Χωρίς έμπνευση

Υπάρχουν φορές απόλυτης σιωπής και καθόλου έμπνευσης.

Είναι η στιγμές που η αυτοκριτική μπορεί να είναι τόσο αυστηρή που τείνει να είναι άδικη.
Κανείς δεν μπορεί να είναι τόσο φταίχτης ή ο μόνος φταίχτης.

Η έμπνευση δεν είναι τέχνη και η τέχνη δεν είναι μόνο έμπνευση.

Η γνώση και η σκληρή δουλειά έχουν τη θέση τους στη τέχνη.
Τη σπουδαιότερη; Κατά τη γνώμη μου, ναι.
Εκεί ακριβώς η αυτοκριτική βρίσκει τη σωστή της θέση.
Τι παρέλειψες και τι βαρέθηκες να μάθεις.
Τι παράτησες και τι απαξίωσες να φτιάξεις.

Κάτι τέτοιες στιγμές, είναι πολλές…
Τώρα τελευταία περισσότερες.

Τότε, μου “αφαιρώ”  το δικαίωμα να κρατώ τα εργαλεία.

Πιάνω τη σκούπα και σκουπίζω με επιμέλεια.  
Μετακινώ τα αντικείμενα για να βρω τα κρυμμένα ροκανίδια και σκόνη.
Ξεσκονίζω με το χοντρό πινέλο τις επιφάνειες.
Μαζεύω τα αντικείμενα από τον πάγκο και αφού καθαρίζω προσεκτικά, περνάω ένα χέρι βερνίκι εμποτισμού πατώματος με σφουγγάρι.

Μετά σβήνω τα φώτα της οροφής και κρατώ μονάχα το φως του πάγκου.
Το σβήσιμο των φώτων λειτουργεί σαν ηχομονωτικό. Μειώνει όλους τους ήχους, τους μηδενίζει, σχεδόν τους αφαιρεί.

Κάθομαι απέναντι από τον πάγκο, στην άλλη άκρη, κοιτάζοντας και καμαρώνοντας  τον φρεσκοπεριποιημένο πάγκο και τα εργαλεία που δεν μου επιτρέπω να αγγίξω.

Δεν είναι η ώρα σκληρής αυτοκριτικής. 
Απλώς ξέρω ότι φταίω και επιστρέφω εκεί όπου ανήκω:
Στην καθαριότητα του χώρου, άρα στο σεβασμό του εργαστηρίου.
Στην περιποίηση του πάγκου άρα στο σεβασμό όσων δημιούργησαν πάνω σε παρόμοιους πάγκους μικρά ή μεγάλα έργα τέχνης και καθημερινότητας.

Αυτές οι στιγμές της σιωπής και καθόλου έμπνευσης, της αυτοκριτικής και της περιποίησης του χώρου είναι σπουδαίες, ίσως οι σημαντικότερες μέσα σε ένα εργαστήριο.
Είναι το καύσιμο , η ύλη που θα χαθεί μέσα σε φωτιά και λάμψη.
  

Το χάιδεμα

Ένα φθινόπωρο ,ξεκίνησε να σκαλίζεται στο τραπέζι, κάτω από το πεύκο. 
Τα πρωινά ήταν δροσερά και η διαδικασία απολαυστική. 
Τους επόμενους μήνες μετακόμισε 5 μέτρα πιο πάνω. Καθώς επρόκειτο για ανοιχτό χώρο που απλώς ήταν στεγασμένος από μία λαμαρινοσκεπή η κατάσταση με το κρύο από απολαυστική έγινε δραματική. 
Τα χοντρά ρούχα δεν βοηθούσαν στο σκάλισμα και το κρύο δεν βοηθούσε στην ήρεμη σκέψη.

Κάποια στιγμή, μεταφέρθηκε μέσα στο σπίτι περιμένοντας την άνοιξη. 
Τα πράγματα στη ζωή ή δεν έρχονται όπως τα θέλουμε ή ακόμα κι όταν έρχονται όπως τα θέλουμε, χρειάζεται πάρα πολύς κόπος, υπομονή και πάλι υπομονή μέχρι να κατασταλάξουν…

Έτσι, έμελλε να μείνει άλλο ένα χρόνο ημιτελές. Από το σπίτι, στο πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου, μετά σε άλλο σπίτι και από εκεί στο εργαστήρι για να αποκτήσει επιτέλους μία θέση σε ξυλουργικό πάγκο. 
Η ταλαιπωρία αυτή απαιτούσε να ξαναπιαστεί όλος ο κορμός από την αρχή. 
Σιγά σιγά, με τις εβδομάδες και τους μήνες ολοκληρώθηκε.

Το κοίταζα και το καμάρωνα. Ήταν σαν να είχα έναν σπουδαίο άνθρωπο παρέα στο εργαστήρι. Όχι ότι του μιλούσα αλλά μου άρεσε η παρουσία του, και που και που το χάιδευα για να τσεκάρω το σχήμα που του δόθηκε.
Τότε αποφάσισα να το κάνω όσο πιο λείο μπορούσα.

Έτριβα για μέρες. Ακόμα και όταν καθόμουν να μιλήσω με κάποιον φίλο, είχα ένα γυαλόχαρτο στο χέρι και περνούσε η ώρα τρίβοντας .

Όταν ήρθε η στιγμή της έκθεσης στο Hellenic Centre ήταν μονόδρομος η θέση που θα αποκτούσε: Στη μέση της αίθουσας , πάνω σε μία βαριά μεταλλική βάση.

Οι επισκέπτες ήταν το πρώτο που έβλεπαν μπαίνοντας στο χώρο κι αυτό με χαροποιούσε πολύ. 
Όμως, σε όλη αυτή την εικόνα κάτι ήταν λάθος. Όλοι στεκόταν και το κοιτούσαν από πολύ κοντά, με προσοχή, διάβαζαν το κείμενο αλλά κάτι γινόταν σωστά !!!

Όταν πλησίασα κάποιον για να του μιλήσω, κατά τη διάρκεια της συζήτησης το χάιδευα.

Κάποια στιγμή με ρώτησε «μπορώ να το αγγίξω κι εγώ;» 
Τότε κατάλαβα το απίστευτο μου λάθος!!

Αυτό το σώμα που με τόσο επιμονή έτριβα, γυάλιζα και χάιδευα, όχι απλώς δεν προέτρεπα αλλά ούτε καν επέτρεπα στους επισκέπτες να το αγγίξουν!! Μα τότε πιο είναι το νόημα ;; 
Γιατί να στερήσεις την αίσθηση της αφής , της χαράς της οικειότητας ,της αίσθησης του χαδιού πάνω στις καμπύλες της λείου ελιόδεντρου; 
Γράψαμε πρόχειρα σε ένα χαρτί «please touch” και το τοποθετήσαμε στη βάση. 
Στην αρχή οι περισσότεροι ήταν διστακτικοί.
Μετά έβλεπε ο ένας τον άλλον και πήγαιναν κι αυτοί για να το αγγίξουν.

Το πόσο άλλαξαν όλα δεν περιγράφεται εύκολα.

Όλη η αίσθηση μέσα στο χώρο , η ενέργεια , η διάθεση ένιωθα ότι έχει πλέον μεταμορφωθεί. Απολάμβανα αυτή την οικειότητα των επισκεπτών με το ξύλινο άγαλμα και κυρίως ήμουν πραγματικά ευτυχισμένος που το ταλαιπωρημένο από τις περιστάσεις κορμί δεχόταν τόση αγάπη ή έστω θαυμασμό για την υφή του. Με αυτά τα χάδια το άγαλμα αποκτούσε άλλη αξία … την αξία που του έδιναν οι σκέψεις, οι απόψεις και τα χάδια του καθενός.

Μία κοπέλα με ροζ πουκάμισο και μία μπλε τσάντα στη πλάτη έκατσε για ώρα και το χάιδευε, κοιτάζοντας το με προσοχή. Ελπίζω να απόλαυσε τις στιγμές, όσο κι εγώ την εικόνα της!!!

Το βράδυ του Σαββάτου περίπου 250 άτομα συγκεντρώθηκαν για το κοντσέρτο της Vivianna Giannaki και του Mariano Gil.

Όταν το είδα να στέκεται απέναντι από το κοινό , δίπλα στους καταξιωμένους καλλιτέχνες που μάγευαν με τις μελωδίες τους, ανατρίχιασα και από μεγάλο πείσμα και εγωισμό δεν έκλαψα.

Κατάλαβα πόσο μικροί είμαστε οι άνθρωποι μπροστά στα όσα φέρνει ο χρόνος…. 
Και καμιά φορά πόσο μεγάλοι γινόμαστε, και μετά πάλι, πόσο μικροί. 
Όλα μικρές στιγμές που φουσκώνουν και ξεφουσκώνουν σαν τον ελληνικό καφέ που ψήνεται στο μπρίκι. Μόνο που στη ζωή μπερδεύεσαι και δεν ξέρεις ποιος κρατά το μπρίκι… εσύ, ο χρόνος, η μοίρα, η τύχη…..;

Κάτω από το πεύκο, κάτω από τη λαμαρινοσκεπή, μέσα σε σεντόνι τυλιγμένο στο σπίτι και μετά μέσα στο αμάξι, μετά στο εργαστήρι.
Και μετά στο Λονδίνο, λες και άνηκε στην υψηλή κοινωνία από κούνια….

Ένιωθα μία ικανοποίηση που μόνο δύο άνθρωποι εκεί μέσα ξέραμε την ιστορία του.

Σκέφτηκα πολλά . Μεταξύ αυτών ήταν το «να χαϊδεύεις» .

Να χαϊδεύεις αυτό που αγαπάς , να μην τσιγκουνεύεσαι. 
Να επιμένεις σ αυτό που αγαπάς, να μην απογοητεύεσαι. 
Να υπερβάλλεις στην αγάπη , να μην συγκρατιέσαι. 
Να σέβεσαι αυτό που φτιάχνεις με αγάπη όσο ταπεινό κι αν είναι 
γιατί εκείνη τη στιγμή γίνεται σπουδαίο,
παίρνοντας ότι πολυτιμότερο έχεις ,την αγάπη σου.

Η κρανιά του πατέρα μου

Η κρανιά μου.

Ήταν και κάτι άλλο που την ξεχώριζε από τα άλλα δέντρα.

Το ξύλο της κρανιάς ήταν το καλύτερο. Το πιο δυνατό, το πιο ανθεκτικό, αυτό από το οποίο ο πατέρας θα μου έφτιαχνε το τόξο και τα βέλη μου.

«Το χρησιμοποιούσαν και οι αρχαίοι και οι τσοπάνηδες» μου είχε πει. Και τον κακό τον λύκο, πάντα τον ξυλοφόρτωναν με μια μαγκούρα από κρανιά. Μετά έμαθα πως ο Δούρειος Ίππος κατασκευάστηκε από κρανιά. Και τα ακόντια και τα δόρατα.
Από το δέντρο του κήπου μου όλα.

Θυμάμαι τις ημέρες που ετοιμαζόταν οι μάνα μου για το γλυκό ποτό.
Τα κράνα μαζεύονταν από την μία και μοναδική κρανιά μέσα σ’ ένα ψάθινο καλάθι. Τα έπλενε στην κουζίνα. Τα μπουκάλια με την ζάχαρη ήταν ήδη έτοιμα. Και μετά, ένα – ένα τα κράνα τα βάζαμε από το στόμιο των μπουκαλιών. Όταν τελειώναμε, σφραγιζόταν κι έπαιρναν τον δρόμο τους για το βορινό μπαλκόνι. Και μετά στην αποθήκη.
Τότε όλα ήταν πολλά. Πέντε – έξι μεγάλα μπουκάλια με κράνα. Ολόκληρος κουβάς το τουρσί. Ο τραχανάς , πολύς και ο γλυκός και ο καυτερός. Ολόκληρο το σπίτι δεν έφτανε για να απλωθεί, να στεγνώσει και να τριφτεί.

Και τα καλά τα όπλα δεν τα φτιάχναμε από πεύκο αλλά από την μαγική κρανιά.
Και ο Δίας κρανιά κρατούσε, μου έλεγαν. Έτσι, λοιπόν, κι εγώ. Κρανιά κρατούσα.

 

Κάποια στιγμή ο δάσκαλος ζήτησε να του φέρει κάποιο παιδί μία βέργα. Αν και ήταν πολύ καλός, ο δάσκαλος μας , σπάνια χτυπούσε, κυρίως τραβούσε τις φαβορίτες , δεν γινόταν να μην έχει μία βέργα μέσα στην τάξη.
Δεν έκανα καμία δεύτερη σκέψη. Το καλύτερο, το πιο σκληρό κι ανθεκτικό ξύλο ήταν της κρανιάς.
Αυτό από τον κήπο μου. Σήκωσα το χέρι και είπα ότι θα φέρω εγώ.
Το ίδιο απόγευμα είπα στον πατέρα μου να με βοηθήσει να κόψω το καλύτερο κλαδί της κρανιάς.
Δεν έφερε αντίρρηση. Πήγαμε στον κήπο με το πριόνι. Είχα ήδη διαλέξει το καλύτερο κλαδί κι όλα θα τελείωναν μέχρι που του είπα γιατί σκοπό το θέλω.
Μάζεψε το πριόνι. Μου απάντησε ξερά ότι δεν μπορεί να μου δώσει βέργα για το σχολείο.
Δεν είπε τίποτα άλλο. Καμία βαρύγδουπη ατάκα ή φιλοσοφία. Τα πράγματα ήταν πολύ απλά.
Όχι από το χέρι του, βέργα. Απλά, ξεκάθαρα κι έντιμα. Απόρησα πως δεν το είχα σκεφτεί.
Πως σκέφτηκα τόσο ανόητα. Η κρανιά μας κάποτε ξεράθηκε και ο πατέρας μου την ξήλωσε.
Μετά από πολλά χρόνια του ζήτησα να μου στείλει μία στην Αθήνα αν και το κλίμα δεν την ευνοεί. Πήγε σ’ ένα χωριό, την Πλατανιά για να βρει. Μία μέρα την πλήγωσα με το χλοοκοπτικό. Πήρα λάσπη και πανιά κι έδεσα το τραύμα της. Το έβρεχα συχνά. Με τον καιρό έγινε καλά κι ακόμα αντέχει μια χαρά. Ο πατέρας άντεξε για πολλά χρόνια από τότε.

Το ξύλο της κρανιάς τα είχε όλα: Τα κράνα, το ποτό, τους τσοπάνηδες, τον Δούρειο ίππο ακόμα και τον ίδιο τον Δία. Όχι όμως και τον πατέρα μου . Όχι ως βέργα. Όχι από τα χεριά του, τουλάχιστον.

Add to cart